Σαν Σήμερα

7 Αυγούστου 1958

7 Αυγούστου 1958

Σαν σήμερα, στις 7 Αυγούστου του 1958, γεννιέται ο Άγγλος τραγουδιστής, τραγουδοποιός, πιλότος, ξιφομάχος, ραδιοφωνικός παραγωγός, συγγραφέας, σεναριογράφος, ηθοποιός, πρώην διευθυντής μάρκετινγκ και γνωστός ως ο τραγουδιστής και frontman των Iron Maiden, (Paul) Bruce Dickinson.

Γεννήθηκε σε ένα μικρό χωριό μεταλλωρύχων, το Worksop του Nottinghamshire της Αγγλίας. Η μητέρα του, Sonia, δούλευε part-time σε ένα κατάστημα παπουτσιών και ο πατέρας του, Bruce, ήταν μηχανικός στο στρατό. Η γέννηση του Dickinson επέσπευσε το γάμο των γονιών του που ήταν τότε έφηβοι. Αρχικά μεγάλωσε με τον παππού και τη γιαγιά. Ο παππούς του ήταν ανθρακωρύχος στο τοπικό ανθρακωρυχείο και η γιαγιά του νοικοκυρά. Σε αυτό το γεγονός αναφέρεται και στο τραγούδι του Born In ’58, που είναι στο άλμπουμ Tattooed Millionaire.

Η πρώτη μουσική εμπειρία του Dickinson ήταν όταν χόρευε στο σπίτι των παππούδων του το The Twist του Chubby Checker, όταν ζούσε ακόμα μαζί τους στο Worksop. Ο πρώτος δίσκος που θυμάται να έχει στην κατοχή του ήταν το single She Loves You των The Beatles, το οποίο είχε καταφέρει τον παππού του να του το αγοράσει και ήταν ένας δίσκος που τον έκανε να ενδιαφερθεί περισσότερο για τη μουσική. Προσπάθησε να παίξει μία ακουστική κιθάρα που ανήκε στον πατέρα του, αλλά έβγαλε φουσκάλες στα δάχτυλά του και το εγχείρημα ανετράπη.

Όταν μετακόμισε στο Sheffield, οι γονείς του Dickinson είχαν ένα καλό εισόδημα από την αγοραπωλησία ιδιοκτησίας. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα, ένα μεγάλο μέρος της παιδικής του ηλικίας να την περάσει σε ένα εργοτάξιο, μέχρι που αγόρασαν μία πανσιόν κι ένα χρεοκοπημένο συνεργείο όπου ο πατέρας του ξεκίνησε να πουλάει μεταχειρισμένα αυτοκίνητα. Το εισόδημα από την επιτυχημένη επιχείρηση τους έδωσε την δυνατότητα να προσφέρουν στον Dickinson – που ήταν τότε 13 χρονών – μόρφωση σε οικοτροφείο και διάλεξαν το Oundle, ένα δημόσιο σχολείο στο Northamptonshire. Ο Dickinson δεν ήταν αντίθετος στο να μετακομίσει μακριά από το σπίτι του γιατί δεν είχε χτίσει κάποιον ισχυρό δεσμό με τους γονείς του, έχοντας περάσει αρκετά χρόνια με τους παππούδες του στο Worksop.

Στο Oundle, ο Dickinson γίνονταν συχνά αντικείμενο χλευασμού από τα μεγαλύτερα αγόρια του Sidney House, στο σπίτι όπου διέμενε, το οποίο περιέγραψε ως “συστηματικό βασανιστήριο” και σήμαινε ότι του συμπεριφέρονταν σαν να ήταν ένας ξένος.

Στο Oundle άρχισε να έλκεται από την heavy rock, όταν άκουσε το Child In Time των Deep Purple να ακούγεται από το δωμάτιο ενός παιδιού. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα το In Rock των Deep Purple να είναι το πρώτο άλμπουμ που αγόρασε ποτέ, άλμπουμ που του δημιούργησε το ενδιαφέρον για τη rock μουσική.

Μετά το In Rock αγόρασε τον πρώτο δίσκο των Black Sabbath, το Aqualung των Jethro Tull και το Tarkus από τους Emerson, Lake & Palmer. Κάθε χρόνο, ένα συγκρότημα έπαιζε στο σχολείο. Το πρώτο από αυτά που είδε ο Dickinson λεγόταν Wild Turkey, στο οποίο έπαιζε ο πρώην μπασίστας των Jethro Tull, Glenn Cornick. Μετά από αυτό, είδε τους Van der Graaf Generator και τον Arthur Brown.

Ο Dickinson, αρχικά ήθελε να παίξει τύμπανα και λίγο αργότερα πήρε ένα σετ bongo από την μουσική αίθουσα του σχολείου για εξάσκηση. Θυμάται να παίζει το Let It Be με τον φίλο του Mike Jordan, κατά τη διάρκεια του οποίου ο Dickinson ανακάλυψε την ικανότητα του να τραγουδάει καθώς ενθάρρυνε το φίλο του το Jordan να τραγουδάει τις ψηλές νότες. Λίγο αργότερα ο Dickinson αποβλήθηκε από το Oundle γιατί είχε ουρήσει στο δείπνο του διευθυντή.

Γυρίζοντας σπίτι στo Sheffield το 1976, ο Dickinson γράφτηκε σε ένα σχολείο της περιοχής, στο οποίο εντάχθηκε στο πρώτο του συγκρότημα. Είχε ακούσει δύο μαθητές να συζητούν για το συγκρότημά τους και ότι χρειάζονταν τραγουδιστή και έτσι δήλωσε συμμετοχή αμέσως. Έκαναν πρόβες στο γκαράζ του πατέρα του ντράμερ και το συγκρότημα εντυπωσιάστηκε από τον τρόπο που τραγουδούσε ο Dickinson, ενθαρρύνοντας τον να αγοράσει το πρώτο του μικρόφωνο. Το πρώτο τους gig έγινε στην Broadfield Tavern στο Sheffield. Αρχικά το συγκρότημα λεγόταν Paradox και άλλαξε σε Styx μετά από πρόταση του Dickinson, ο οποίος δεν γνώριζε τότε την ύπαρξη του Αμερικάνικου συγκροτήματος με το ίδιο όνομα. Έγιναν πρώτη είδηση στη τοπική εφημερίδα, όταν ένα εργάτης ξύπνησε από τη μουσική τους και προσπάθησε να σπάσει το kit του ντράμερ. Λίγο αργότερα το συγκρότημα διαλύθηκε.

Κάπως έτσι λοιπόν ο Dickinson ξεκίνησε την καριέρα του στη μουσική, τραγουδώντας σε μικρά συγκροτήματα στο σχολείο και στο πανεπιστήμιο, όπως τους Styx που προαναφέραμε (1976), τους Speed (1977 – 1978) και τους Shots στις αρχές του 1979.

Αργότερα το 1979, προσχώρησε στο συγκρότημα Samson, όπου κέρδισε σε φήμη με το όνομα “Bruce Bruce”, από τους οποίους αποχώρησε το 1981 για να πάει στους Iron Maiden, αντικαθιστώντας τον Paul Di’Anno και έκανε την πρώτη του εμφάνιση στο άλμπουμ The Number of the Beast το 1982.

Ο Dickinson, συνάντησε για πρώτη φορά τους Iron Maiden, στο Music Machine το 1980 όταν οι Samson ήταν support. Όπως θυμάται ο Dickinson: “Τους έβλεπα και ήταν καλοί, πολύ καλοί και εκείνη τη στιγμή είπα ότι θέλω να τραγουδήσω γι’ αυτό το συγκρότημα. Στην πραγματικότητα, θα τραγουδήσω με αυτό το συγκρότημα! Το ξέρω ότι θα τραγουδήσω γι’ αυτό το συγκρότημα! Απλά σκέφτηκα ότι αυτό είναι εγώ, όχι οι Samson”.

Έκανε την πρώτη του ακρόαση για τους Iron Maiden σε ένα προβάδικο στο Hackney το Σεπτέμβριο του 1981 και αμέσως ανακάλυψε ότι ακόμα και αυτή η ακρόαση ήταν πολύ πιο επαγγελματική από τις εμφανίσεις του με τους Samson. Κατά τη διάρκεια της πρόβας, το συγκρότημα έπαιξε τα Prowler, Sanctuary, Running Free και Remember Tomorrow, πριν να ζητήσει από τον Dickinson να τραγουδήσει τα ίδια κομμάτια σε ένα στούντιο ηχογράφησης και έγινε αμέσως δεκτός στο συγκρότημα.

Μετά από μερικά gigs, ξεκίνησαν να δουλεύουν νέο υλικό για το τρίτο τους άλμπουμ, The Number of the Beast, που κυκλοφόρησε το 1982. Στον απόηχο των προβλημάτων που είχε με το συμβόλαιο με τους Samson, ο Dickinson δεν θα μπορούσε νομίμως να πιστωθεί κάποιο από τα τραγούδια του άλμπουμ, που έχει να κάνει, με αυτό που αποκαλούσε “ηθική συνεισφορά”, αποκαλύπτοντας αργότερα ότι είχε συμβάλλει σε ένα μικρό βαθμό στην δημιουργία των The Prisoner, Children of the Damned και Run to the Hills. Το άλμπουμ είχε  μεγάλη επιτυχία, έφτασε ψηλά στα charts του Ηνωμένου Βασιλείου και έγινε πλατινένιο στην Βρετανία και την Αμερική. Αμέσως μετά την κυκλοφορία του, το συγκρότημα ξεκίνησε μία παγκόσμια περιοδεία.

Στα άλμπουμ που ακολούθησαν, το Piece of Mind το 1983 και το Powerslave το 1984, που μέχρι τότε υπεύθυνος για την σύνθεση των τραγουδιών ήταν ο Steve Harris, άρχισαν να δίνουν ιδέες και τα άλλα μέλη του συγκροτήματος, με τον Dickinson να συμβάλλει στην δημιουργία αρκετών τραγουδιών, συμπεριλαμβανομένου του Flight of Icarus και του 2 Minutes to Midnight. Κατά τη διάρκεια της περιοδείας World Slavery, ο Dickinson φόρεσε μία μάσκα από φτερά κατά τη διάρκεια του Powerslave ως μέρος των νέων θεατρικών στοιχείων που ενσωματώθηκαν στο σόου. Αυτή ήταν η μεγαλύτερη περιοδεία του συγκροτήματος μέχρι τότε, κατά τη διάρκεια της οποίας ο Dickinson σκέφτηκε να αποχωρήσει στα μισά, εξαιτίας του μεγάλου αριθμού των σόου. Ο μάνατζερ των Iron Maiden συνεχώς πρόσθετε νέες ημερομηνίες, μέχρι που να σταματήσει να το κάνει, αλλιώς ο Dickinson θα αποχωρούσε από το συγκρότημα.

Μετά από ένα διάλειμμα έξι μηνών, στο μεγαλύτερο μέρος του οποίου ο Dickinson εξάσκησε την ξιφασκία, οι Iron Maiden ξεκίνησαν να γράφουν το επόμενο άλμπουμ τους, Somewhere in Time, αλλά ο Dickinson δεν ήταν ευχαριστημένος με το μπάσο και τις κιθάρες και το progressive rock στυλ. Δεν συμμετείχε καθόλου στην σύνθεση του άλμπουμ που κυκλοφόρησε, καθώς το υλικό που είχε προτείνει, που στηριζόταν σε πιο ακουστικό στυλ, είχε απορριφθεί από το υπόλοιπο συγκρότημα. Ο Dickinson εξηγεί ότι ένιωσε ότι θα έπρεπε να κάνει κάτι πιο θρασύ και ήταν απογοητευμένος με το άλμπουμ. Ο Steve Harris, από την άλλη, δήλωσε ότι το υλικό του απορρίφθηκε γιατί δεν ήταν αρκετά καλό και ότι ο Dickinson είχε ίσως καεί περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο κατά τη διάρκεια της τελευταίας περιοδείας.

Μετά την επόμενη περιοδεία, οι Iron Maiden ξεκίνησαν να δουλεύουν την επόμενη προσπάθειά τους στο στούντιο, το Seventh Son of a Seventh Son, το οποίο έγινε η δεύτερη κυκλοφορία του που έφτασε στην κορυφή του UK charts, παρόλο που ήταν επίσης το πρώτο άλμπουμ του Dickinson με το συγκρότημα που δεν έγινε πλατινένιο στην Αμερική. Αντίθετα με το Somewhere in Time, ο Dickinson είχε ενθουσιαστεί πολύ περισσότερο με αυτό τα άλμπουμ εξαιτίας της γενικής του ιδέας και συμμετείχε στη δημιουργία αρκετών τραγουδιών του άλμπουμ. Μετά την επόμενη περιοδεία το 1988, το συγκρότημα αποφάσισε να κάνει ένα διάλειμμα ενός έτους.

Κατά τη διάρκεια της εγγραφής του επόμενου άλμπουμ, ο Adrian Smith φεύγει από τους Iron Maiden και αντικαθίσταται από τον Janick Gers. Η κυκλοφορία του όγδοου άλμπουμ των Iron Maiden, του No Prayer for the Dying το 1990, είχε έναν σκληρό ήχο, που σύμφωνα με την Allmusic, δεν ήταν αντάξιο σε σχέση με τις προηγούμενες προσπάθειες, καθώς ηχογραφήθηκε σε έναν αχυρώνα που είχε ο Steve Harris, με ένα κινητό στούντιο που ανήκε στους Rolling Stones. Το τραγούδι του Dickinson Bring Your Daughter to the Slaughter, που αρχικά είχε δημιουργηθεί για ένα soundtrack ταινίας, παρόλο που κέρδισε ένα Golden Raspberry Award (Βραβείο Χρυσού Βατόμουρου) για το χειρότερο τραγούδι το 1989, έγινε η πρώτη και μοναδική επιτυχία του συγκροτήματος στο UK singles chart. Μέχρι το 1992, ο Harris είχε μετατρέψει τον αχυρώνα του σε ένα κανονικό στούντιο και το νέο άλμπουμ, Fear of the Dark, ηχογραφήθηκε εκεί, με έναν πολύ καλύτερο ήχο από το No Prayer for the Dying, παρόλο που ο Dickinson ακόμη ισχυρίζεται ότι είχε περιορισμούς λόγω του μεγέθους του.

Μετά την περιοδεία του Fear of the Dark, ο Dickinson αποφάσισε να αφήσει τους Iron Maiden για να συγκεντρωθεί στην σόλο καριέρα του. Σε αυτό το σημείο το συγκρότημα είχε ήδη κλείσει την επόμενη περιοδεία του το 1993, που ο Dickinson δεν απόλαυσε καθόλου. Σε όλη τη διάρκειά της, ο Dickinson δέχτηκε πολύ κριτική από όλα τα μέλη του συγκροτήματος, με τον Steve Harris να λέει ειδικότερα: “Ήθελα πραγματικά να τον σκοτώσω”. Σύμφωνα με τον Harris, ο Dickinson τραγουδούσε μόνο όταν υπήρχαν εκπρόσωποι τύπου, ενώ αντίθετα στις υπόλοιπες συναυλίες απλά μουρμούριζε τα τραγούδια. Ο Dickinson έχει αρνηθεί τις κατηγορίες ότι το έκανε επίτηδες, λέγοντας ότι ήταν αδύνατο να κάνει μερικές βραδιές μία αξιοπρεπή εμφάνιση λόγω της ατμόσφαιρας που υπήρχε. Η τελευταία του εμφάνιση με το συγκρότημα μαγνητοσκοπήθηκε από το BBC στα Pinewood Studios και κυκλοφόρησε σε live video, με τίτλο Raising Hell.

Ο Dickinson, αποχώρησε από τους Iron Maiden το 1993 (αντικαταστάθηκε από τον Blaze Bayley), για να κυνηγήσει την σόλο καριέρα του, κατά τη διάρκεια της οποίας πειραματίστηκε με διάφορα heavy metal και rock στυλ. Ο Dickinson επέστρεψε στους Iron Maiden το 1999 μαζί με τον κιθαρίστα Adrian Smith, με τους οποίους κυκλοφόρησε έκτοτε, τα τέσσερα επόμενα στούντιο άλμπουμ. Μετά την επιστροφή του στους Iron Maiden, ο Dickinson κυκλοφόρησε ένα σόλο άλμπουμ το 2005, το Tyranny of Souls.

Το 1983, ο Dickinson παντρεύεται για πρώτη φορά με την Jane, από την οποία χώρισε το 1987, ενώ έχει τρία παιδιά με τη δεύτερη του γυναίκα την Paddy, τον Austin, που γεννήθηκε το 1990, τον Griffin, που γεννήθηκε το 1992, και την Kia, που γεννήθηκε το 1994. Τα τρία παιδιά του γεννήθηκαν στο Chiswick, στο δυτικό Λονδίνο, όπου ζει από το 1981. Ο πρώτος του γιος ,ο Austin, είναι ο τραγουδιστής στο metalcore συγκρότημα Rise to Remain, ενώ ο δεύτερος του γιος, ο Griffin, έχει δουλέψει ως ξυλουργός σκηνής για τους Iron Maiden όταν είναι σε περιοδεία. Ο ξάδερφος του Dickinson, ο Rob, ήταν ο τραγουδιστής στο Βρετανικό alternative rock συγκρότημα Catherine Wheel και η αδερφή του, η Helena Stormanns, είναι επαγγελματίας αθλήτρια ιππασίας. Σε μία συνέντευξη του με την Sarah Montague για την εκπομπή HARDtalk του BBC, ο Dickinson περιέγραψε τον εαυτό του ως Συντηρητικό και Ευρωσκεπτικιστή.

Στα ενδιαφέροντα του Dickinson περιλαμβάνονται η λογοτεχνία, η συγγραφή, η ξιφασκία (στην οποία έχει διαγωνιστεί διεθνώς και ως αθλητής, καταλαμβάνοντας την 7η θέση στην Μεγάλη Βρετανία και έχει ιδρύσει μία εταιρία που εμπορεύεται εξοπλισμό ξιφασκίας με το όνομα Duellist), η τεχνολογία των σιδηροδρόμων και η αεροπορία. Εξαιτίας αυτής της μεγάλης γκάμας των ενδιαφερόντων του, το 2009 το Intelligent Life τον έχει ονομάσει ως το ζωντανό παράδειγμα ενός πολυμαθή.

Ο Dickinson παρουσίαζε το Friday Rock Show στο BBC στον σταθμό 6 Music κατά την περίοδο 2002 – 2010. Το Μάρτιο του 2010, το BBC ανακοίνωσε ότι, μετά από οχτώ χρόνια, η εκπομπή του Dickinson θα κοβόταν. Η τελευταία εκπομπή μεταδόθηκε στις 28 Μαΐου και ήταν ένα προσωπικό και μουσικό αφιέρωμα στον πρόσφατα αποβιώσαντα Ronnie James Dio. Ο Dickinson περιφρόνησε τα στελέχη του BBC για την ακύρωση, μεταδίδοντας το τραγούδι του της διασκευής του Johnny Paycheck Take This Job and Shove It”. Εκτός από την εκπομπή του στο 6 Music, ο Dickinson παρουσίασε και μία σειρά από εκπομπές με τον τίτλο Masters of Rock στο BBC Radio 2 από το 2003 έως το 2007.

Το 2005, ο Dickinson παρουσίασε μία ιστορική σειρά στην τηλεόραση για την αεροπλοΐα, που αποτελούνταν από 5 μέρη, την Flying Heavy Metal, η οποία προβλήθηκε στο Discovery Channel και αργότερα στο Discovery Turbo στην Βρετανία. Ήταν επίσης καλεσμένος σε ένα επεισόδιο στο Military Channel στο The Greatest Ever, όπου οδήγησε ένα ρωσικό T – 34 τανκ. Το 2006, ο Dickinson παρουσίασε ένα ντοκιμαντέρ για το Sky One με τίτλο Inside Spontaneous Human Combustion με τον Bruce Dickinson, με το οποίο εξερεύνησε το φαινόμενο της ανθρώπινης καύσης με τη βοήθεια αρκετών ειδικών και συμμετέχοντας σε διάφορα πειράματα. Άλλες τηλεοπτικές του εμφανίσεις περιλαμβάνουν τη συμμετοχή του σε κουίζ σόου όπως το Never Mind the Buzzcocks και το Space Cadets, καθώς επίσης και στο talk show του Clarkson, με παρουσιαστή τον Jeremy Clarkson. Ο Dickinson εμφανίστηκε επίσης και σε μία σειρά του BBC το The Paradise Club, στο ρόλο ενός μουσικού με το όνομα Jake Skinner. Στις 27 Ιουλίου του 2012, ο Dickinson κινηματογραφήθηκε μία ολόκληρη μέρα ως guest star για τα πέντε επεισόδια του Ice Pilots NWT, για το οποίο πέταξε με ένα Douglas DC – 3.

Κατά τη διάρκεια μιας περιοδείας των Iron Maiden το 1986 – 1987 και στον απόηχο ενός διαζυγίου ο Dickinson ξεκίνησε να γράφει το πρώτο του βιβλίο. Εμπνευσμένος από τα μυθιστορήματα του Tom Sharpe, καθώς και του Biggles και του Penthouse, δημιούργησε το The Adventures of Lord Iffy Boatrace (οι περιπέτειες του λόρδου Iffy Boatrace), που ο Kerrang! περιγράφει ως “σατυρικό χτύπημα στον φετιχισμό που υπάρχει στις ανώτερες τάξεις” και του οποίου ο βασικός ήρωας είναι ένας “semi-transvestite” Βρετανός ιδιοκτήτης γης.

Μετά την ολοκλήρωσή του, ο Dickinson προσέγγισε τους Sidgwick & Jackson, που σύμφωνα με τον Dickinson, συμφώνησαν να εκδώσουν το βιβλίο πριν καν το διαβάσουν στηριζόμενοι μόνο και μόνο στις πωλήσεις των Iron Maiden. Κυκλοφόρησε το 1990 (ISBN 0-283-06043-3) και πούλησε πάνω από 40.000 αντίγραφα σχεδόν αμέσως. Λόγω της μεγάλης ζήτησης, οι Sidgwick & Jackson ζήτησαν από τον Dickinson να γράψει και την συνέχεια, το οποίο κυκλοφόρησε το 1992 με τίτλο The Missionary Position (ISBN 0-283-06092-1), μία σάτιρα του τήλε – ευαγγελισμού. Δεν εκδόθηκε άλλο βιβλίο ως συνέχεια των ήδη εκδοθέντων, παρόλο που ο Dickinson είχε γράψει 60 σελίδες για την προγενέστερη ιστορία του λόρδου Iffy, με τίτλο “Lord Iffy’s schooldays”, το οποίο θεώρησε χαζομάρα και το έσκισε. Ο Dickinson δήλωσε ότι δεν πίστευε ότι ήταν αστείο.

Ο Dickinson στράφηκε προς τη συγγραφή σεναρίου και μοιράστηκε τη συγγραφή του Chemical Wedding με τον  σκηνοθέτη Julian Doyle. Η ταινία, στην οποία ο Dickinson έπαιξε μερικούς μικρούς ρόλους και συνέθεσε το soundtrack, κυκλοφόρησε το 2008 και πρωταγωνίστησε ο Simon Callow.

Ο Dickinson έμαθε να πιλοτάρει για ψυχαγωγικό σκοπό στην Φλόριντα στην δεκαετία του 1990 και τώρα έχει στην κατοχή του άδεια κυβερνήτη. Συχνά πετούσε με Boeing 757 ως κυβερνήτης για την Βρετανική εταιρεία charter Astraeus, η οποία, από τις 16 Σεπτεμβρίου του 2010, τον έχει προσλάβει ως διευθυντή Marketing. Ένα από τα πιο σημαντικά του καθήκοντα σε αυτή τη θέση ήταν να προωθήσει τις υπηρεσίες της Astraeus αυξάνοντας τον αριθμό των βίντεο τους, πράγμα που οδήγησε την Αρχή της Πολιτικής Αεροπορίας της Βρετανίας να κυκλοφορήσει ένα βίντεο τον Ιούνιο του 2011 για την ασφάλεια των αεροσκαφών με τη συμμετοχή του Dickinson. Μετά το κλείσιμο της Astraeus στις 21 Νοεμβρίου του 2011, ο Dickinson δημιούργησε την Cardiff Aviation Ltd την 1η Μαΐου του 2012, μία εταιρία συντήρησης αεροσκαφών που έχει τη βάση της στο Twin Peaks Hangar στο St Athan, Vale of Glamorgan, στη Βόρεια Ουαλία.

Συμμετείχε ως πιλότος σε κάποιες πολύ σημαντικές πτήσεις, όπως στην πτήση επιστροφής των Βρετανών πιλότων της RAF από το Αφγανιστάν το 2008, στην επιστροφή 200 Βρετανών πολιτών από το Λίβανο κατά τη διάρκεια της διαμάχης του Ισραήλ με την Hezbollah το 2006, καθώς και στην επιστροφή 180 τουριστών από την Αίγυπτο όπου είχαν ξεμείνει μετά την κατάρρευση της XL Airways UK, το Σεπτέμβριο του 2008. Επιπλέον, έχει μεταφέρει τις ομάδες των Rangers F.C. και της Liverpool F.C. σε αγώνες τους στο Ισραήλ και την Ιταλία, το 2007 και το 2010 αντίστοιχα. Για την περιοδεία του 2008 – 2009 Somewhere Back in Time, ήταν ο πιλότος του charter Boeing 757 των Iron Maiden, το ονομαζόμενο Ed Force One, που είχε μετατραπεί ειδικά για να μεταφέρει τον εξοπλισμό του συγκροτήματος ανάμεσα στις ηπείρους και οδήγησε και στη δημιουργία του ντοκιμαντέρ, Iron Maiden: Flight 666. Ο Dickinson πιλοτάρισε το Ed Force One ξανά στο The Final Frontier World Tour το 2011.

Παρ’ όλο που ο Dickinson δεν έκανε ποτέ μαθήματα φωνητικής και επίσημη εκγύμναση, είχε μία ευρεία φωνητική έκταση και έγινε γνωστός για σχεδόν οπερετική φωνή τενόρου. Μαζί με τον Ronnie James Dio και τον Rob Halford, ο Dickinson είναι ένας από τους πρωτοπόρους στο οπερετικό στυλ που αργότερα υιοθετήθηκε από πολλούς power metal τραγουδιστές και συχνά εμφανίζεται κοντά στην κορυφή στις λίστες των καλύτερων rock τραγουδιστών/front – men όλων των εποχών.

Πηγές :

www.en.wikipedia.org

www.ironmaidenfc.gr

Rockha Radio

August 3rd, 2020

No Comments

Comments are closed.